ΑΡΤΗΡΙΑΚΗ ΥΠΕΡΤΑΣΗ

Αρτηριακή υπέρταση είναι η αύξηση της αρτηριακής πίεσης, συστολικής ή και διαστολικής, σε επίπεδα μεγαλύτερα από τα ανώτερα φυσιολογικά. Η Αρτηριακή Υπέρταση διακρίνεται σε δύο μεγάλες κατηγορίες, την πρωτοπαθή ή ιδιοπαθή και τη δευτεροπαθή.

Με τον όρο ιδιοπαθή υπέρταση (όρος ο οποίος υποδηλώνει και την άγνοια της αιτίας της) χαρακτηρίζεται κάθε αύξηση της αρτηριακής πίεσης, που αναπτύσσεται από άγνωστα αίτια. Η Δευτεροπαθής υπέρταση έχει γνωστή αιτιολογία. Είναι μια συγκεκριμένη πάθηση η οποία στα πλαίσια των άλλων εκδηλώσεών της εμφανίζει και υπέρταση.

Παράδειγμα τέτοιων παθήσεων είναι οι παθήσεις των νεφρών (διαβητική νεφροπάθεια, πολυκυστική νόσος νεφρών), οι παθήσεις των ενδοκρινικών αδένων (υπέρ-και υποθυρεοειδισμός, φαιοχρωμοκύττωμα), χρήση φαρμάκων (οιστρογόνα, στεροειδή, μη στεροειδή αντιφλεγμονώδη).

Παράγοντες κινδύνου:

  • Οικογενειακό ιστορικό υπέρτασης και καρδιαγγειακής νόσου
  • Οικογενειακό και προσωπικό ιστορικό δυσλιπιδαιμίας και σακχαρώδους διαβήτης
  • Κάπνισμα
  • Διαιτητικές συνήθειες
  • Παχυσαρκία
  • Σωματική άσκηση